Τέτοιες μέρες πριν 58 χρόνια, τον Ιούλιο του 1967 οι Beatles έκαναν τις διακοπές τους στου Παπάγου.
Οι Beatles δεν έπαιξαν ποτέ live στην Ελλάδα. Θα μπορούσαν όταν είχαν βγει περιοδεία το 1965 και έφτασαν μέχρι δίπλα στην Ιταλία, αλλά για Ελλάδα ούτε λόγος. Τότε υπήρχε μόνο το Φεστιβάλ Αθηνών για να τους φέρει, αλλά και πάλι ήταν ένα τόσο συντηρητικό φεστιβάλ που ούτε τους πέρασε από το μυαλό, όπως λένε άνθρωποι της εποχής εκείνης.
Το καλοκαίρι του 1967 λοιπόν, λίγες βδομάδες μετά την κυκλοφορία του 8ου δίσκου τους “Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band” (κυκλοφόρησε 26 Μαΐου 1967), βρέθηκαν για διακοπές στην Ελλάδα και μάλιστα όλοι μαζί. Η μοναδική φορά που ήταν όλοι μαζί. Μετά, τα επόμενα χρόνια είχαν έρθει ο George Harrison ή ο John Lennon με την Yoko, αλλά σκόρπια…

Ο άνθρωπος που τους έφερε στην Ελλάδα ήταν ο Αλέξης Μάρδας, γνωστός διεθνώς ως Alex Mardas, (ή όπως τον αποκαλούσε ο John Lennon – Magic Alex), Έλληνας που ήταν στενός συνεργάτης τους, ο ηλεκτρονικός-μηχανικός του ήχου τους, και για μια εποχή επικεφαλής της Apple Corps. Τους έφερε για να κάνουν διακοπές, να εξετάσουν το ενδεχόμενο να αγοράσουν ένα νησάκι κτλ.
«Στην αρχή νόμιζα ότι πρόκειται για φάρσα, δεδομένου ότι οι Μπητλς δεν ταξίδευαν ποτέ με το ίδιο αεροπλάνο και οι τέσσερις. Επιπλέον, υπήρχαν συμβόλαια που τους δέσμευαν πότε θα φύγουν. Όταν πια βεβαιώθηκα για το ταξίδι, άρχισε ο πανικός. Ήξερα ότι κι αυτή τη φορά θα ταξίδευαν με μια βαλίτσα ναρκωτικά, μια και κάπνιζαν ότι μπορούσε να φανταστεί κανείς εκείνο τον καιρό, ήξερα ότι τα πράγματα ήταν άγρια στην Ελλάδα και ότι αν τους έπιαναν θα τους έβαζαν μέσα, πράγμα που θα δημιουργούσε σάλο στην Αγγλία- και όχι μόνο εκεί. Βρήκα κάποιον από τη κυβέρνηση, του εξήγησα και -ω! του θαύματος- μπροστά στην προβολή που θα γινόταν στη χώρα με την τόσο επιβαρυμένη εικόνα, δέχτηκε να τους επιτρέψει την είσοδο χωρίς έλεγχο. Η είδηση είχε ήδη διαδοθεί, ήταν αδύνατο να τους βρω ξενοδοχείο όπου θα μπορούσαν να καταλύσουν ήρεμα. Φτάνω στο αεροδρόμιο και ύστερα από συνεννόηση με τον προϊστάμενο, το αεροπλάνο προσγειώνεται σε ένα απόμερο σημείο, αλλά το θέαμα που βλέπω στις σκάλες με αφήνει άναυδο.

Δεν είχαν φθάσει 4 αλλά 34 συνολικά άνθρωποι της συνοδείας. Οι γυναίκες τους, τα παιδιά τους, ο Λένον και η Σύνθια είχαν φέρει μαζί τους τον μικρό Τζούλιαν, οι γραμματείς, οι κομμωτές, οι φιλενάδες, οι ρόαντ μάνατζερ, και μια νταλίκα με τα μουσικά όργανα. Δεν ήξερα που θα τους χωρέσω όλους αυτούς, και για να αποφύγω τον πανικό, πρότεινα στους γονείς μου να πάνε στο ξενοδοχείο για να ελευθερωθεί το σπίτι στου Παπάγου με τα τρία υπνοδωμάτια. Γρήγορα μεταμορφώθηκε σε κοινόβιο γεμάτο στρώματα, εκεί έτρωγαν, εκεί έγραφαν μουσική.
O Μάρδας λοιπόν τους πήγε σπίτι του στου Παπάγου, όπου τα κοριτσόπουλα της γειτονιάς έπαθαν υστερία (ανάμεσα τους και η Μιμή Ντενίση – μαθήτρια 14 ετών τότε). Κρύφτηκαν καλά και μόνον οι teens, που μένουν κοντά στη βίλα του Μάρδα, τους πήραν είδηση. Mετά από λίγες ημέρες, τους πήγε στο Μοναστηράκι, στην Εύβοια για να δουν κάποια νησάκια που ήταν προς πώληση, στις Σποράδες και στην Αράχωβα.

Ύστερα από ένα δεκαπενθήμερο, κι επειδή έβλεπα ότι δεν είχαν σκοπό να φύγουν, ζέσταινε και ο καιρός, τους προτείνω να νοικιάσουμε ένα κότερο και να φύγουμε στο Αιγαίο, πράγμα που τους ενθουσίασε. Σε κάθε στάση μας σε κάποιο νησί επικρατούσε το αδιαχώρητο, και οι Μπητλς μέσα στην καταναλωτική μανία που τους είχε πιάσει σκέφτηκαν να αγοράσουν κι ένα ξερονήσι και να ζήσουν εκεί για πάντα. Σχέδιο που ναυάγησε, βέβαια, όταν μερικές μέρες αργότερα αναγκάστηκαν να επιστρέψουν επειγόντως στο Λονδίνο μετά τον ξαφνικό θάνατο του Επστάιν».



